Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2011

ΤΕΧΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΩΜΑΤΙΚΗ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΤΗΣ ΛΕΒΑΝΤΑΣ

Ταξινόμηση
Επιστημονικό όνομα : Lavandula angustifolia
Οικογένεια: Lamiacea

Καταγωγή - Εξάπλωση
Τα περισσότερα είδη λεβάντας κατάγονται από την λεκάνη της Μεσογείου, και απαντώνται σε βραχώδεις και ασβεστολιθικές περιοχές. Επίσης η λεβάντα εμφανίζεται πάνω από την βόρεια Αφρική, την Μεσόγειο την Ευρώπη και την Δυτ. Ινδία. Η Λεβάντα καλλιεργήθηκε από τους αρχαίους Έλληνες, τους Ρωμαίους καθώς και την εποχή της Ελισσαβετιανής Αγγλίας.  Το όνομα «λεβάντα» προέρχεται από το λατινικό lavare που σημαίνει πλένω ή κολύμπώ. Είδη όπως η Lavandula latifollia φύονται σε ένα μεγάλο μέρος της Μεσογείου προτιμώντας πιο ζεστά κλίματα και χαμηλότερες σε υψόμετρο περιοχές.
Οι αποδόσεις της πραγματικής λεβάντας σε αιθέριο έλαιο κυμαίνονται από 8-30 κιλά το εκτάριο (1 εκτάριο=10στρεμματα)  και τη λεβαντίνης (υβρίδιο λεβάντας γνωστό ως  Lavandula x intermedia ή as L. hybrida and L. Hortensis, το υβρίδιο αυτό προέρχεται από την διασταύρωση της Lavandula angustifolia με την Lavandula latifolia ), 40-220 κιλά το εκτάριο. Ενώ οι αποδόσεις σε αποξηραμένα άνθη από 500-1000 κιλά το εκτάριο.
Παγκοσμίως παράγονται 200 τόνοι ετησίως υψηλής ποιότητας λαδιού λεβάντας. Η αναλογία παραγωγής λαδιού λεβάντας και λεβαντίνης παγκοσμίως είναι 1:5. Η τιμή του λαδιού της λεβαντίνης είναι χαμηλότερη από αυτό  της πραγματικής λεβάντας. Τα φυτά που ανήκουν στις λεβαντίνες παράγουν περισσότερο αιθέριο έλαιο και είναι ανθεκτικότερα ενώ η παγκόσμια παραγωγή σε αιθέριο έλαιο αυτών τω φυτικών ειδών φθάνει τους 1000 τόνους.
Οι μεγαλύτερες παραγωγές χώρες σε αιθέριο έλαιο λεβάντας είναι η Βουλγαρία, η Αγγλία, η Σερβία, η Αυστραλία, οι ΗΠΑ, ο Καναδάς, η Νότια Αφρική, η Τανζανία, η Ιταλία και η Ισπανία. Η πραγματική λεβάντα κυρίως για άρωμα, καλλιεργείται στην Ευρώπη και ειδικότερα στην Γαλλία.  
Περιγραφή
Η λεβάντα είναι πολυετής χαμηλός θάμνος και αυξάνει σε ύψος από 0,3 – 1,2μ. Η πραγματική λεβάντα έχει σφαιρική και πυκνή ανάπτυξη.  Τα αρωματικά αειθαλή φύλλα της είναι καταπράσινα εντελώς αντίθετα και μήκους 5 εκ. Ανθίζει το καλοκαίρι. Τα άνθη της διακρίνονται  από  τις διακοπτόμενες κορυφές και έχουν γλυκό άρωμα. Τα μέρη του φυτού που χρησιμοποιούνται για απόσταξη είναι τα άνθη και σε μικρότερες ποσότητες τα φύλλα. Οι κορυφές των ανθέων παράγουν αιθέριο έλαιο πολύ ανώτερης ποιότητας από αυτό που περιέχεται στα φύλλα. Κατά την συγκομιδή των ανθέων για αποξήρανση κόβουμε τα άνθη .
Ποικιλίες
Υπάρχουν 48 είδη λεβάντας με εκατοντάδες γενότυπους που διαφοροποιούνται από το σχήμα  τους μέχρι την περιεκτικότητα τους σε αιθέρια έλαια. Διακρίνουμε 3 κύρια είδη που παράγουν αιθέρια έλαια.
L. angustifolia (γνήσια λέβάντα)
L. latifolia (πλατύφυλλη λεβάντα)
 L. angustifolia x L. latifolia (η υβρική λεβάντα γνωστή ως lavandin)
Είδη όπως  Lavandula, Dentata, Stoechas, Pterostoechas, Chaetostachys, Subnuda υπάρχουν είτε ως υβρίδια, είτε ως υποείδη ενώ τα παρακάτω ως επί των πλείστων καλλιεργούνται σε εμπορική κλίμακα για την παραγωγή αιθέριων ελαίων.
Γνήσιο αιθέριο έλαιο  προέρχεται από την L. angustifolia
Γαλλικό αιθέριο έλαιο από την L. dentata
To αιθέριο έλαιο λεβάντας πλατύφυλλης που προέρχεται από την L. latifolia
Το αιθέριο έλαιο ισπανικής λεβάντας από την L. stoechas
Tο αιθέριο έλαιο των υβριδικών ποικιλιών από την L. angustifolia X L. latifolia hybrids
Το καθένα από τα  παραπάνω είδη παράγει διαφορετικής σύστασης  αιθέρια έλαια καθένα για διαφορετική χρήση.  Σε κάθε είδος υπάρχουν αρκετές ποικιλίες που καλλιεργούνται για την παραγωγή και εμπορία αιθέριων ελαίων.
Κατά την επιλογή μιας ποικιλίας λεβάντας για την παραγωγή αιθέριου ελαίου θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα παρακάτω:
Οι υβριδικές ποικιλίες παράγουν τις υψηλότερες αποδόσεις σε άνθη και τις υψηλότερες ποσότητες σε αιθέριο έλαιο ανά μονάδα επιφάνειας.
Οι υβριδικές ποικιλίες παράγουν μεγάλα άνθη γκρι χρώματος. Οι καλύτερες ποικιλίες για εμπορικούς σκοπούς παραγωγής αιθερίων ελαίων είναι οι Grosso, Super, Provence, Abriali και η Seal.
Η ποικιλίες γνήσιας λεβάντας (L. angustifolia) παράγουν μικρότερα άνθη μπλε χρώματος και είναι καταλληλότερες  για την παραγωγή αποξηραμένων ανθέων από τις ποικιλίες λεβαντίνης και παράγουν έλαιο που προτιμάται από την βιομηχανία αρωμάτων.
Κλιματικές απαιτήσεις
Η Λεβάντα είναι μέτρια ανθεκτική σε πάγο και ξηρασία. Η πλατύφυλλη λεβάντα δεν είναι ανθεκτική σε παγετό. Όλες οι λεβάντες είναι ευαίσθητες στην υψηλή υγρασία,ενώ οι υψηλές θερμοκρασίες του καλοκαιριού επηρεάζουν την ποιότητα του παραγόμενου ελαίου.
Στον φυσικό της οικότοπο η γνήσια λεβάντα μπορεί να ευδοκιμήσει σε υψόμετρα μέχρι 1700 μ. από το επίπεδο τη θάλασσας ενώ η πλατύφυλλη αναπτύσσεται σε υψόμετρα 200-700μ. Η λεβαντίνη συνήθως αναπτύσσεται σε υψόμετρα 700-1000 μ. Η παραγωγή ελαίου αυξάνεται καθώς αυξάνεται το υψόμετρο γιατί η άνθηση των φυτών  σε ψυχρές περιοχές είναι αφθονότερη. Οι πολλοί και διαφορετικοί τύποι λεβάντας επιτρέπουν την καλλιέργεια της σε διάφορα μικροκλίματα από κρύα μέχρι ημιτροπικά. Σε κάθε ιδιαίτερο μικρόκλιμα  πρέπει να δοκιμάζονται διάφορες ποικιλίες προκειμένου να διαπιστωθεί ποια από αυτές θα αναπτυχθεί καλύτερα.
Βροχόπτωση
Σε περιοχές με ετήσιο ύψος βροχής 300-1400 mm η λεβάντα αποδίδει καλά. Το έδαφος μεταξύ των αρδεύσεων θα πρέπει να διατηρείται χωρίς πολύ υγρασία για αυτό θα πρέπει να αφήνεται να στραγγίζει καλά πριν την επανάληψη τους.
Απαιτήσεις σε έδαφος
Η λεβάντα απαιτεί καλώς στραγγιζόμενα εδάφη ηλιαζόμενα, αμμώδη αμμοπηλώδη ή χαλικώδη εδάφη. Τα χαμηλής γονιμότητας εδάφη δεν πρέπει να θεωρούνται ακατάλληλα. Το pH του εδάφους πρέπει να κυμαίνεται από 5,8 – 8,3. Πολύ υγρά εδάφη η κακώς στραγγιζόμενα εδάφη μπορούν να προκαλέσουν κακή ανάπτυξη, ασθένειες η τον θάνατο των φυτών.
  Πολλαπλασιασμός
Η λεβάντα πολλαπλασιάζεται με μοσχεύματα , με σπόρο ή ριζώματα ή καταβολάδες. Ο πολλαπλασιασμός με σπόρο είναι εφικτός αλλά δεν εξασφαλίζει την γενική ομοιομορφία.

Πολλαπλασιασμός με μοσχεύματα
Τα μοσχεύματα πρέπει να λαμβάνονται  από δυνατά και υγιή φυτά που καλλιεργούνται στο ύπαιθρο. Οι ορμόνες  Ριζοβολίας μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την υποβοήθηση της ριζοβολίας.  Τα μοσχεύματα μήκους 10 έως 15 εκατοστά προέρχονται από τους νέους βλαστούς, στα οποία αφαιρούνται κατά  τα δύο τρίτα του μήκους του  τα φύλλα και στην συνέχεια τοποθετούνται σε δίσκους Ριζοβολίας στο ριζωτήριο με κατάλληλο υπόστρωμα. Μείγμα με 30% οργανικού υποστρώματος και 70% κατάλληλου εδαφικού λειτουργεί άριστα για την έκπτυξη των ριζών των μοσχευμάτων.
Δειγματοληψία εδάφους και ανάλυση 
 Πριν την εγκατάσταση της καλλιέργειας θα πρέπει να γίνεται δειγματοληψία  εδάφους σύμφωνα με τις επικρατούσες μεθόδους. Με την ανάλυση του εδάφους έχουμε την εικόνα για το έδαφος μας σχετικά με την ύπαρξη οργανικής ουσίας, την περιεκτικότητα σε διοξείδιο ασβέστιου καθώς και την ύπαρξη ή τις ελλείψεις των θρεπτικών στοιχείων
Προετοιμασία εδάφους
Η προετομασία του εδάφους για την εγκατάσταση τη καλλιέργειας περιλαμβάνει το όργωμα του εδάφους σε βάθος 40 εκ. και στην συνέχεια το σβάρνισμα του.
Αποστάσεις φύτευσης / Πυκνότητα φύτευσης
Η λεβάντα συνήθως φυτεύεται σε αποστάσεις μεταξύ των γραμμών 1,2-2 μ. και 0,30-0,60 μ. μεταξύ των γραμμών με πυκνότητα 8000-28000 φυτά ανά εκτάριο.
Η πυκνότητα καθορίζεται ανάλογα με την διαθέσιμη υγρασία, την ποικιλία το μέγεθος της καλλιέργειας καθώς και με τις μηχανικές καλλιεργητές εργασίες συγκομιδής. Υψηλές πυκνότητες σημαίνει και υψηλό κόστος εγκατάστασης αλλά επίσης και μεγάλες αποδόσεις νωρίς. Επίσης τα φυτά γίνονται πιο δυνατά και έχουν περισσότερη διάρκεια στο χρόνο.Μια καλά εγκατεστημένη δυναμική φυτεία λεβάντας θα πρέπει να είναι έτοιμη για συγκομιδή τον δεύτερο χρόνο της. Τα φυτά της λεβάντας αντέχουν στο χρόνο περί τα 10-15 έτη η ακόμη περισσότερο εάν η διαχείριση της καλλιέργειας είναι σύμφωνη με τις ανάγκες της.
Εποχή φύτευσης
Σε ήπια κλίματα καλύτερη εποχή φύτευσης είναι το φθινόπωρο ώστε να προλάβουν τα φυτά να εγκατασταθούν καλύτερα ώστε να αντέξουν τον χειμώνα και την άνοιξη να αυξηθούν γρηγορότερα.  Σε περιοχές με ψυχρούς χειμώνες η φύτευση πρέπει να γίνεται την άνοιξη και είναι η μόνη επιλογή. Η φύτευση σε αυτές τις περιπτώσεις θα πρέπει να γίνεται αμέσως μετά τον τελευταίο παγετό.
Λίπανση
Η λεβάντα αποδίδει καλά σε εδάφη που για άλλες καλλιέργειες θεωρούνται θρεπτικά ανεπαρκή .Αυξημένες ποσότητες αζώτου έχουν σαν αποτέλεσμα την μείωση της ποσότητας αλλά και της ποιότητας παραγόμενου αιθέριου ελαίου, τα φυτά γίνονται περισσότερο ευαίσθητα και αυξάνεται ο ανταγωνισμός με τα ζιζάνια.
Για την παραγωγή 100 κιλών ανθέων η λεβάντα αποσπά από το έδαφος 0,8 κιλά αζώτου, 0,2 κιλά Φωσφόρου  και 0,8 κιλά καλίου.  (Polydeonny, Sotnik & Hilapzew, 1979).
Η συνιστώμενη δόση αζώτου ανά εκτάριο είναι 80-100 κιλά (8-10 κιλά ανά στρέμμα).
Οι απαιτήσεις σε φώσφορο και κάλιο είναι μικρές και εξαρτώνται από τον τύπο του εδάφους και την θρεπτική του κατάσταση. Περιοδική ασβέστωση μπορεί να είναι αναγκαία ώστε να διατηρείται η τιμή του ρΗ σε ικανοποιητικό επίπεδο. Μια πλήρης ανάλυση εδάφους πριν την φύτευση είναι αναγκαία. Τα σωστά αποτελέσματα της ανάλυσης σχετικά με τον τύπο του εδάφους  την έλλειψη και την περίσσεια θρεπτικών, θα βοηθήσει ώστε να γίνουν όλες εκείνες οι ενέργειες για την ορθή ισορροπία τους στο εδαφος.
Άρδευση
Η άρδευση είναι αναγκαία για τα πρώτα 2 χρόνια έως ότου η καλλιέργεια έχει εγκατασταθεί πλήρως. Σε ελαφριά εδάφη η σε περιοχές με χαμηλές βροχοπτώσεις η άρδευση
σε κρίσιμα στάδια εξακολουθεί να είναι αναγκαία. Τα φυτά στο στάδιο της ανθήσεως δεν θα πρέπει να αφήνονται χωρίς νερό . Η άρδευση μπορεί να αυξήσει την παραγωγή στις ώριμες καλλιέργειες λεβάντας άλλα η άκαιρη και η υπερβολική άρδευση θα αυξήσει τα προβλήματα των ασθενειών, τα φυτά θα μεγαλώσουν σε ύψος τα κλαδιά θα σπάσουν και η κόμη του φυτού θα ανοίξει  στην μέση.  
Σε κάθε περίπτωση η Στάγδην άρδευση συνιστάται διότι πέρα από την ορθή εφαρμογή του νερού θα βοηθήσει στον έλεγχο των ζιζανίων.
Κλάδεμα
Η κοπή των ανθέων μαζί με μέρος των βλαστών θα πρέπει να γίνεται τα 2 πρώτα  χρόνια ώστε να βοηθηθούν τα φυτά να δυναμώσουν για να δημιουργήσουν ένα ανθεκτικό πλαίσιο. Στα μετέπειτα χρόνια το κλάδεμα γίνεται σε διαφορετική περίοδο, μετά την συγκομιδή συνήθως το φθινόπωρο. Ο λόγος είναι ότι η συγκομιδή ανθέων για την παραγωγή αιθέριου ελαίου αφήνει τα περισσότερα στελέχη στα φυτά. Συνεπώς το κλάδεμα γίνεται αμέσως μετά  και σε ύψος τέτοιο  ώστε να δυναμώνουμε την καλλιέργεια. Το κλάδεμα μπορεί να γίνει είτε μηχανικά (παρελκόμενα τρίμμερ σε ελκυστήρα)είτε με δρεπάνια.
Συγκομιδή
Η συγκομιδή της λεβάντας για παραγωγή αιθέριου ελαίου γίνεται όταν το άνθος έχει ωριμάσει και το κάτω μισό έχει ανοίξει.
Η συγκομιδή πρέπει να γίνεται έγκαιρα γιατί πέφτει η ποιότητα του. Συνεπώς η συγκομιδή στην σωστή εποχή έχει πολύ μεγάλη σημασία. Αυτό που πρέπει να έχουμε υπόψη κατά την συγκομιδή είναι ότι αυτή δεν θα πρέπει να πραγματοποιείται σε πολύ ζεστό καιρό ούτε και σε συνθήκες ανέμου διότι πολύ σημαντικές ποσότητες ελαίου χάνονται με εξάτμιση. Οι ακίδες των ανθέων κόπτονται 15-20 εκατοστά κάτω από αυτά. Η συγκομιδή γίνεται είτε με δρεπάνια είτε με μηχανήματα που έχουν σχεδιαστεί για αυτή την εργασία. Η κοπή των ανθέων για τις αγορές νωπών και αποξηραμένων αρωματικών φυτών  συνήθως λαμβάνει χώρα μια εβδομάδα αργότερα από ό,τι για την παραγωγή αιθέριου ελαίου.

Σταθακόπουλος Γιάννης
Γεωπόνος Μ.sc. Περιβάλλοντος και Αειφόρου Ανάπτυξης
ΠΗΓΕΣ:
Curtis, B. 2005. Lavender production and marketing. Washington State University (WSU)Cooperative Extension Bulletin. Online: http://www.smallfarms.wsu.edu/crops/lavender.html. Accessed 19 August 2006.
Holmes, R. 1999. Australia new rural industries. Lavender oil: A handbook for farmers and investors. Online: http://www.newcrops.uq.edu.au/newslett/ncnl1218l.htm. Accessed 18 August 2006.
Maganga, A. 2004. Influence of variety and organic cultural practices on yield and Essential Oil Content of Lavender and Rosemary in Interior BC. Prepared for South Thompson. Organic Producers Association (STOPA ). BC: Ecorational Technologies, Kamloops.

Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011

Ευφυές πότισμα φυτών


Διεθνή διάκριση πέτυχε το Πολυτεχνείο Κρήτης χάρη στην ανάπτυξη μιας πρωτοποριακής τεχνολογίας για ασύρματα δίκτυα αισθητήρων, πολύ χαμηλού κόστους, που επιτρέπει τη ρύθμιση και τον έλεγχο της κατανάλωσης νερού.
Ημέθοδος αυτή είναι ιδανική για το αυτόματο πότισμα φυτών σε αγροτικές καλλιέργειες ή άλλες περιβαλλοντικές εφαρμογές, καθώς στα προτερήματά της περιλαμβάνεται και η, σε μεγάλο βαθμό, εξοικονόμηση ενέργειας, που επιτυγχάνεται με την τεχνική της ανάκλασης σημάτων από τον πομπό (φυτό) στον δέκτη (υπολογιστή) μέσω των κόμβων (αισθητήρων) μετάδοσης των πληροφοριών για τις ποσότητες νερού που χρειάζονται για την άρδευση.
Η τεχνολογία αυτή αναπτύχθηκε στο τμήμα Ηλεκτρονικών Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών (ΗΜΜΥ) του Πολυτεχνείου Κρήτης, στο πλαίσιο της διπλωματικής εργασίας του φοιτητή Γιάννη Κιμιωνή υπό την επίβλεψη του επίκουρου καθηγητή Αγγελου Μπλέτσα και τη συνεργασία των μελών ΔΕΠ του Εργαστηρίου Τηλεπικοινωνιών κ. Γιώργου Καρυστινού και Αθανάσιου Π. Λιάβα.
Ως αποτέλεσμα της εργασίας αυτής ο Γιάννης Κιμιωνής έλαβε το δεύτερο βραβείο καλύτερης εργασίας φοιτητή στο διεθνές επιστημονικό συνέδριο ΙΕΕΕ RFID Technologies and Applications που διεξήχθη τον Σεπτέμβριο του 2011 στο Sitges της Βαρκελώνης.
Οπως εξηγεί ο κ. Κιμιωνής, «η επισκόπηση και ο έλεγχος της κατανάλωσης νερού είναι πολύ σημαντικές διαδικασίες για τις σύγχρονες αγροτικές καλλιέργειες, καθώς είναι απαραίτητες τόσο για την εξοικονόμηση (αποτρέποντας το άσκοπο πότισμα) όσο και για την αποφυγή λαθών κατά την άρδευση (π.χ. «πνίξιμο» φυτών από υπερβολικό πότισμα).
Και τα δύο μπορούν πλέον να επιτευχθούν με τεχνολογικά μέσα. Με τοποθέτηση κατάλληλων αισθητηρίων οργάνων υγρασίας στο χώμα ή στο φύλλωμα ενός φυτού μπορεί να μετρηθεί με μεγάλη ακρίβεια το ποσοστό του νερού που βρίσκεται στο περιβάλλον του.
Οι αισθητήρες αυτοί μπορεί να είναι καλωδιωμένοι με ένα κεντρικό ψηφιακό σύστημα καταγραφής ή να συνδέονται σε έναν πομποδέκτη ο οποίος στέλνει την πληροφορία για την υγρασία ασύρματα σε έναν κεντρικό δέκτη (συνδεδεμένο σε υπολογιστή). Πολλοί τέτοιοι πομποδέκτες-κόμβοι αποτελούν ένα ασύρματο δίκτυο αισθητήρων (wireless sensor network - WSN) το οποίο τοποθετείται σε ένα χωράφι ή ένα θερμοκήπιο».
Ο ίδιος προσθέτει ότι «οι σημερινές εμπορικές τεχνολογίες ασύρματων δικτύων αισθητήρων, παρ' όλο που δίνουν τη δυνατότητα για επισκόπηση περιβαλλοντικών συνθηκών (υγρασία, θερμοκρασία - μικροκλίμα φυτού), είναι πολύ απαιτητικές σε ενέργεια αλλά και υψηλού κόστους, λόγω της πολυπλοκότητάς τους.
Η τεχνολογία που αναπτύχθηκε στο τμήμα ΗΜΜΥ είναι πολύ χαμηλού κόστους και ενέργειας, λέει και συνεχίζει: «Οι βελτιώσεις αυτές οφείλονται στη μεταφορά της πολυπλοκότητας από τους κόμβους-αισθητήρες προς το κεντρικό σημείο όπου συλλέγεται η πληροφορία (δέκτης συνδεδεμένος σε υπολογιστή). Συγκεκριμένα, έχει γίνει αλλαγή του μηχανισμού επικοινωνίας του κάθε κόμβου, όπου αντί για ενεργή μετάδοση ραδιοσημάτων, χρησιμοποιείται μια τεχνική ανάκλασης σημάτων η οποία δεν απαιτεί καμιάς μορφής ενίσχυση από πλευράς πομπού-φυτού και άρα δεν απαιτεί και κατανάλωση μεγάλου ποσού ενέργειας.
Παρόμοια λογική χρησιμοποιούν οι κάρτες ταυτοποίησης μέσω ραδιοσυχνοτήτων (RFID) για επικοινωνία μικρών αποστάσεων. Η εν λόγω τεχνολογία είναι ιδανική για χαμηλού κόστους πυκνά δίκτυα αισθητήρων για αγροτικές καλλιέργειες ή άλλες περιβαλλοντικές εφαρμογές και η έρευνα στο Πολυτεχνείο Κρήτης αποσκοπεί στην περαιτέρω βελτίωση των σχετικών δυνατοτήτων, όπως για παράδειγμα στη μεγαλύτερη εμβέλεια ασύρματης επικοινωνίας με τεχνικές ανάκλασης».
Εξάλλου, οι κ. Μπλέτσας και Καρυστινός τονίζουν:
«Στο τμήμα ΗΜΜΥ γίνεται θεωρητική έρευνα πάνω στη νέα αυτή μορφή επικοινωνίας και δικτύωσης και μάλιστα το τμήμα έχει να επιδείξει διεθνή βραβεία σε σχετικό επιστημονικό συνέδριο όπως τη βράβευση του φοιτητή Γιάννη Κιμιωνή στο διεθνές συνέδριο ΙΕΕΕ RFID Technologies and Applications».
ΠΗΓΗ:

Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2011

Αρωματικά φυτά - Απαιτησεις και προοπτικές καλλιεργειας

 ΑΡΩΜΑΤΙΚΑ ΦΥΤΑ
Τα αρωματικά φυτά και βότανα είχαν και έχουν μια ιδιαίτερη θέση στη ζωή μας από διαλογικής, φαρμακευτικής αλλά και καλλωπιστικής άποψης. Οι θεραπευτικές τους ιδιότητες είναι γνωστές από αρχαιοτάτων χρόνων. Ο Ιπποκράτης ως πατέρας της Ιατρικής επιστήμης έχει αναφερθεί πάρα πολλές φορές στις θεραπευτικές ιδιότητες των αρωματικών φυτών.
Τα αρωματικά και φαρμακευτικά φυτά θα μπορούσαν να αποτελέσουν μια πολλή καλή διέξοδο για τους Έλληνες αγρότες. Η χώρα μας είναι βέβαιο ότι διαθέτει συγκριτικό πλεονέκτημα έναντι άλλων ανταγωνιστικών χωρών, και μπορεί να παράγει σε σημαντικές ποσότητες προϊόντα αρωματικών και φαρμακευτικών φυτών άριστης ποιότητας για την κάλυψη της εσωτερικής αγοράς αλλά και προπάντων για διείσδυση σε απαιτητικές αγορές του εξωτερικού.
Η καλλιέργεια των αρωματικών και φαρμακευτικών φυτών πρέπει να γίνει με σωστό σχεδιασμό, να συνδυαστεί με την δημιουργία μικρών μεταποιητικών μονάδων σε χωριά που θα ασχολούνται με την πρωτογενή μεταποίηση και στην συνέχεια θα συνεργάζονται με μεγαλύτερες καθετοποιημένες μονάδες. Με τον τρόπο αυτό θα δημιουργηθούν πρόσθετες θέσεις εργασίας που θα συμβάλουν στη συγκράτηση του αγροτικού πληθυσμού σε αγροτικές, ορεινές, και μειονεκτικές περιοχές.  Τα κυριότερα είδη φαρμακευτικών και αρωματικών φυτών παρουσιάζονται αναλυτικά παρακάτω:
1. Ρίγανη
  • Αυτοφύεται σε μεγάλη ποικιλία εδαφών και κλιμάτων από παραθαλάσσιες έως ορεινές περιοχές στη νησιώτικη και την ηπειρωτική Ελλάδα σε πλούσια και φτωχά εδάφη. Γενικά είναι φυτό με πολύ πλαστικό χαρακτήρα ανάπτυξης ως προς τις εδαφοκλιματικές απαιτήσεις.
  • Η άριστη θερμοκρασία ανάπτυξης της ρίγανης (ssp.hirtum) είναι 18-22 oC με όρια ανάπτυξης 4 -33 οC, ενώ το ριζικό της σύστημα σε καλά αναπτυγμένα φυτά (φυτά ηλικίας πλέον του ενός έτους) αντέχει σε θερμοκρασίες αέρα -25 έως +42 oC.
  • Άριστη τιμή pH εδάφους είναι 6,8, αλλά αναπτύσσεται καλά και σε πολύ υψηλότερες τιμές pH, όπως είναι των ασβεστούχων εδαφών, αρκεί να είναι στραγγερά. Επιβιώνει και σε λίγο φως, αλλά για να δώσει καλή ποιότητα δρόγης (υψηλή περιεκτικότητα σε ριγανέλαιο και καρβακρόλη), το φως είναι απαραίτητο. Δεν είναι απαιτητικό σε θρεπτικά στοιχεία καθώς έχει μικρές απαιτήσεις σε άζωτο φώσφορο και κάλιο.
  • Τον πρώτο χρόνο της ανοιξιάτικης εγκατάστασης η απόδοση είναι ελάχιστη που δεν αξίζει να συγκομισθεί. Όταν πρόκειται όμως για φθινοπωρινή εγκατάσταση σε καλή χρονιά, η καλλιέργεια στο πρώτο καλοκαίρι μπορεί να δώσει μέχρι 40 κιλά τριμμένη ρίγανη. Το δεύτερο χρόνο η παραγωγή τριπλασιάζεται, ενώ από τον τρίτο χρόνο οι αποδόσεις σε χορτομάζα και τριμμένη ρίγανη φθάνουν στο ανώτερο σημείο απόδοσης της φυτείας. Οι αποδόσεις διατηρούνται σταθερές μέχρι τον 6ο χρόνο και στη συνέχεια αρχίζουν να φθίνουν. Η φυτεία ρίγανης μπορεί να έχει οικονομική ζωή έως και 10 έτη.
  • Μια απόδοση 300 κιλών ανά στρέμμα θεωρείται πολύ καλή χωρίς να αποκλείονται και υψηλότερες αποδόσεις οι οποίες μαζί με την απόδοση σε αιθέριο έλαιο έχουν σχέση με τον καλλιεργούμενο πληθυσμό, ποικιλία ή κλώνο, κλίμα, έδαφος, υψόμετρο, καθώς και τις συνθήκες της καλλιέργειας (τυχόν άρδευση, λίπανση κλπ). Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τις αυτοφυείς, στις οποίες το ριγανέλαιο και τα συστατικά του επηρεάζονται από τον πληθυσμό της αυτοφυούς φυτείας (γενετικός παράγων), τις εδαφο-κλιματικές συνθήκες, το χρόνο συλλογής και το υψόμετρο.
2. Φασκόμηλο
  • To Δαλματικό φασκόμηλο ευδοκιμεί σε πολλά κλίματα και σε ποικίλα μικροκλίματα αφού ως αυτοφυές απαντάται σε Μεσογειακές αλλά και σε πολύ βορειότερες χώρες, σε υψόμετρα από 0 έως 1500 μ. Αντέχει σε χαμηλές θερμοκρασίες μέχρι -25ο C, αλλά και στις υψηλές θερμοκρασίες του καλοκαιριού. Το Ελληνικό φασκόμηλο είναι πιο προσαρμοσμένο στο δικό μας κλίμα γι' αυτό και ως αυτοφυές δεν έχει ευρεία γεωγραφική εξάπλωση. Αναπτύσσεται και τα δύο καλύτερα σε συνθήκες πλήρους ηλιοφάνειας.
  • Όσον αφορά το έδαφος, προτιμά εδάφη μέτριας γονιμότητας, με καλή στράγγιση με pH ουδέτερο ή ελαφρώς όξινο αλλά αποδίδει καλά και σε εδάφη με pH μέχρι 8. Μπορεί να καλλιεργηθεί σε λοφώδη εδάφη και σε οροπέδια. Ακατάλληλα εδάφη θεωρούνται τα αμμώδη και τα πολύ βαριά.
  • Το φασκόμηλο έχει χαμηλές απαιτήσεις σε άζωτο, φώσφορο και κάλιο, καθώς και σε νερό. Γι' αυτό μπορεί να καλλιεργηθεί χωρίς λίπανση και χωρίς αρδεύσεις. Σε ποτιστικές καλλιέργειες υποφέρει περισσότερο από τα ζιζάνια από ό,τι σε ξηρικές, διότι τα ζιζάνια αξιοποιούν το νερό καλύτερα από τα φυτά του φασκόμηλου.
  • Το φασκόμηλο καλλιεργείται για παραγωγή ξηρής δρόγης (φύλλα) ή αιθερίου ελαίου. Στις συγκομιδές συλλέγεται το υπέργειο τμήμα των φυτών, 5 εκ. πάνω από το σημείο της πρώτης διακλάδωσης του βλαστού, στο στάδιο της πλήρους άνθησης όταν προορίζεται για παραγωγή αιθερίου ελαίου και λίγο πριν την άνθηση,  όταν προορίζεται για παραγωγή ξηρής δρόγης.
  • Όταν οι κλιματολογικές συνθήκες είναι ευνοϊκές και με κατάλληλες καλλιεργητικές φροντίδες (η καλλιέργεια καθαρή από ζιζάνια, πότισμα σε περίοδο ξηρασίας), μπορεί να δώσει και δεύτερη συγκομιδή στις αρχές φθινοπώρου, από το δεύτερο έτος και μετά. Σε περίπτωση δεύτερης συγκομιδής ο καλύτερος συνδυασμός απόδοσης είναι η πρώτη συγκομιδή να γίνεται στο στάδιο της πλήρους άνθησης και να χρησιμοποιείται για παραγωγή αιθερίου ελαίου και η δεύτερη συγκομιδή, που συνήθως έχει λιγότερα άνθη, για δημιουργία ξηρής δρόγης.
  •  Η συγκομιδή στο στάδιο πλήρους άνθησης από φυτεία 2 ετών και άνω, μπορεί να αποδώσει πάνω από τα 1000 ή και τα 1200  κιλά/στρέμ. σε νωπό και σε 400 κιλά περίπου σε ξηρό.
  • Η φυτεία του φασκόμηλου μπορεί να είναι οικονομικά βιώσιμη μέχρι και 15 χρόνια.
3. Σάλβια σκλάρεα (Αϊγιάννης)
  • Ευδοκιμεί σε εύκρατα και ηπειρωτικά κλίματα σε υψόμετρα από 0 έως 1100 μέτρα. Αναφέρεται και στη χλωρίδα του Ολύμπου. Το ριζικό σύστημα αντέχει στις χαμηλές θερμοκρασίες, ενώ το υπέργειο τμήμα καταστρέφεται. Αναπτύσσεται καλύτερα σε τοποθεσίες που δέχονται φως διάρκειας τουλάχιστον κατά τα ? της ημέρας.
  • Όσον αφορά το έδαφος, προτιμά χωράφια μέτριας γονιμότητας με καλή στράγγιση. Άριστο pH για τη "S. sclarea" θεωρείται το 6,7. Μπορεί να καλλιεργηθεί σε λοφώδη εδάφη και σε οροπέδια, χωρίς ιδιαίτερες απαιτήσεις σε λιπαντικά στοιχεία. Δεν είναι ξηροφυτικό φυτό όπως άλλα είδη φασκόμηλου (S. officinalis, S. triloba και S. pomifera). Ως ξηρική καλλιέργεια μπορεί να καλλιεργηθεί μόνον σε περιοχές, οι οποίες δέχονται τουλάχιστον 600-700 χιλ. βροχής, εκ των οποίων λίγο λιγότερα από τα μισά την άνοιξη και το καλοκαίρι
4. Θυμάρι το κοινό
  • Προτιμά τα μέτρια υψόμετρα 400 - 500 μέτρα αλλά ευδοκιμεί και χαμηλότερα σε πεδινά χωράφια ελαφράς σύστασης. Το φυτό δεν έχει ιδιαίτερες απαιτήσεις σε θρεπτικά στοιχεία ενώ αντέχει και στην έλλειψη νερού, αλλά όταν του παρέχεται, το αξιοποιεί πλήρως.
  • Καλλιεργείται για την ξηρή του δρόγη, που βρίσκει χρήση ανάλογη της ρίγανης, αλλά και για το αιθέριο έλαιο
  • Αποδίδει με μια συγκομιδή στο στάδιο της πλήρους άνθησης από το 2ο έτος και μετά περίπου 200 κιλά σε ξηρά φύλλα και άνθη. Το καλλιεργούμενο θυμάρι μπορεί να δώσει και δεύτερη συγκομιδή όταν αρδεύεται ανά δέκα ή δεκαπέντε μέρες τα χρονικά διαστήματα που επικρατούν ξηρασίες όπως συμβαίνει κυρίως το καλοκαίρι
5. Τσάι του βουνού
  • Με το όνομα τσάι του βουνού ή σιδερίτης στην Κρήτη το λένε μαλοτήρα, αναφέρονται διάφορα είδη του γένους Sideritis, πολλά από τα οποία είναι ενδημικά, αυτοφυή στα βουνά της χώρας μας σε υψόμετρο άνω των 1000 μέτρων και μόνον περιστασιακά χαμηλότερα.
  • Οι κυριότερες μορφολογικές διαφορές τους συνίστανται στην απόχρωση και το σχήμα των φύλλων, ιδιαίτερα των βράκτιων, στο χνούδι των φύλλων, στο μέγεθος και το χνούδι του κάλυκα και στο μήκος των μεσογονατίων διαστημάτων των ανθοφόρων στελεχών που καθορίζει τη συνεκτικότητα της ταξιανθίας.
  • Πολλαπλασιάζονται με σπόρο και καλλιεργούνται σχετικά εύκολα, αλλά όσο κατεβαίνουμε υψομετρικά, τόσο τα προβλήματα μεγαλώνουν κυρίως από ζιζάνια αλλά και από εχθρούς (έντομα, αφίδες). Το τσάι του βουνού καλλιεργείται για τα ανθοφόρα στελέχη του. Καταλληλότερη εποχή συγκομιδής είναι το στάδιο της πλήρους άνθησης και όταν τα ανθοφόρα στελέχη αρχίζουν να ξυλοποιούνται.
  • Μετά τη συγκομιδή τα ανθοφόρα στελέχη πρέπει να ξηραίνονται υπό σκιά ή σε ξηραντήρια. Δείκτης καλής ξήρανσης είναι το δυνατό - ευχάριστο άρωμα και το πρασινοκίτρινο χρώμα. Το κίτρινο χρώμα είναι δείκτης κακής ξήρανσης. Η συνήθης απόδοση σε ξηρά ματσάκια ανθοφόρων στελεχών είναι 100-150 κιλά/στρ.
6. Χαμομήλι
  • Το χαμομήλι είναι χειμερινό φυτό και όχι εαρινό. Πολλαπλασιάζεται με σπόρο.
  • Η σπορά του γίνεται νωρίς ή περί τα μέσα του φθινοπώρου σε χωράφια καλά δουλεμένα ούτως ώστε να μη βγάζουν ζιζάνια τα οποία μειώνουν την παραγωγή και υποβιβάζουν την ποιότητα της δρόγης που δεν είναι ολόκληρο το φυτό παρά μόνον τα άνθη. Όλο το χειμώνα παραμένει ως ροζέτα κυρίως χαμηλά στο έδαφος και με τις πρώτες ζέστες της άνοιξης εκπτύσσει ορθόκλαδα στελέχη που φέρουν τις κεφαλίδες.
  • Έτσι, μπορεί και εκμεταλλεύεται κατά τον καλύτερο τρόπο την εδαφική υγρασία του χειμώνα και της άνοιξης και καθώς ωριμάζει νωρίς (αρχές έως μέσα Μαΐου) καλλιεργείται χωρίς άρδευση.
  • Συνήθως δε χρειάζεται λίπανση. Κάποια μικρή  όμως πρόσθεση κοπριών (1 τον./στρ.) στο έδαφος αυξάνει την απόδοση και βελτιώνει την ποιότητα. Η απόδοση σε καλές καλλιέργειες  είναι κατά μέσον όρο 100 κιλά
Το χαμομήλι είναι χειμερινό φυτό και όχι εαρινό. Πολλαπλασιάζεται με σπόρο. Η σπορά του γίνεται νωρίς ή περί τα μέσα του φθινοπώρου σε χωράφια καλά δουλεμένα ούτως ώστε να μη βγάζουν ζιζάνια τα οποία μειώνουν την παραγωγή και υποβιβάζουν την ποιότητα της δρόγης που δεν είναι ολόκληρο το φυτό παρά μόνον τα άνθη. Όλο το χειμώνα παραμένει ως ροζέτα κυρίως χαμηλά στο έδαφος και με τις πρώτες ζέστες της άνοιξης εκπτύσσει ορθόκλαδα στελέχη που φέρουν τις κεφαλίδες. Έτσι, μπορεί και εκμεταλλεύεται κατά τον καλύτερο τρόπο την εδαφική υγρασία του χειμώνα και της άνοιξης και καθώς ωριμάζει νωρίς (αρχές έως μέσα Μαΐου) καλλιεργείται χωρίς άρδευση
7. Τριανταφυλλιά η δαμασκηνή
  • Η τριανταφυλλιά η δαμασκηνή είναι φυτό της εύκρατης ζώνης, έχοντας ευρέα όρια αντοχής στις χαμηλές και υψηλές θερμοκρασίας. Όπως αναφέρθηκε είναι φυλλοβόλο φυτό που αντέχει το χειμώνα σε χαμηλές θερμοκρασίες μέχρι -15 οC αρκεί να μην είναι εκτεθειμένη σε παγερούς ανέμους. To καλοκαίρι αντέχει στις υψηλές θερμοκρασίες αλλά προτιμά τις θερμοκρασίες ημέρας 17-24 οC. Μπορεί να καλλιεργηθεί σε ποικιλία εδαφών εκτός από τα συμπαγή, ή τα πολύ αμμώδη. Προτιμά τα εδάφη μέσης σύστασης με pH 6,5-7,5 σε υψόμετρο έως 600 μ. ή και ψηλότερα. Όταν το έδαφος της καλλιέργειάς της είναι βαθύ και σχετικά γόνιμο δε χρειάζεται λιπάνσεις. Είναι λιγότερο  απαιτητική σε νερό από τις καλλωπιστικές ποικιλίες. Έτσι σε περιοχές με αρκετή βροχόπτωση μπορεί να καλλιεργηθεί και σε χωράφια μη αρδευόμενα. Καλύτερες αποδόσεις παίρνονται από μέτρια αρδευόμενες καλλιέργειες.
  • Η φυτεία τριανταφυλλιάς έρχεται σε πλήρη απόδοση το τέταρτο έτος, ενώ η ανθοφορία της αρχίζει το δεύτερο. Η μέση στρεμματική απόδοση σε φυτεία πλήρους ανάπτυξης είναι περίπου 400 κιλά νωπά ροδοπέταλα. Για την παραγωγή 1 λίτρου ροδέλαιου απαιτούνται να αποσταχθούν με ατμό 3-5 τόνοι ροδοπέταλα.
  • Η συγκομιδή αρχίζει τις πολύ πρωινές ώρες και σταματά κατά τις 10 η ώρα. Η καλύτερη συγκομιδή γίνεται όταν το σύνολο των πετάλων πιάνονται με τα τρία δάκτυλα και τραβιούνται αφήνοντας στο φυτό τον κάλυκα με τους στήμονες. Οι τυχόν συλλεχθέντες στήμονες, ή άλλα μέρη του άνθους εκτός των πετάλων αφαιρούνται πριν την απόσταξη και κατόπιν τα ροδοπέταλα μεταφέρονται στους αποστακτήρες για την παραλαβή του ροδέλαιου.
8. Μέντα
  • Η μέντα μπορεί να ευδοκιμήσει σε ποικιλία κλιμάτων και εδαφών. Άριστη θερμοκρασία ανάπτυξης για τη μέντα είναι 17 οC και όταν αρδεύεται τακτικά αντέχει και σε υψηλές θερμοκρασίες του καλοκαιριού. Αποδίδει καλύτερα σε εδάφη, βαθιά, πλούσια σε οργανική ουσία που δεν είναι πολύ βαριά, στραγγερά, με τιμή pH 6,5, αλλά και σε pH 6-7,5 δεν παρουσιάζει προβλήματα. Η σχέση των τριών θρεπτικών στοιχείων Ν, P, K, 1:0,4:1.6, αντίστοιχα. Το κάλιο κάνει τη μέντα πιο ανθεκτική στις μυκητολογικές ασθένειες. Οι κοπριές και τα οργανικά εμπορικά λιπάσματα ενδείκνυνται περισσότερο από τα ανόργανα. Η μέντα είναι πολύ απαιτητική σε νερό και σε πολύ θερμό καιρό η καλλιέργεια μπορεί να χρειασθεί και τρία ποτίσματα την εβδομάδα.
  • H μέντα είναι στείρο υβρίδιο, γι΄αυτό δεν πολλαπλασιάζεται εγγενώς με σπόρο παρά μόνον αγενώς, με ριζώματα μοσχεύματα ή φυτάρια μικροπολλαπλασιασμού.
  • Η μέντα συγκομίζεται στην αρχή της ανθοφορίας (συνήθως αρχές Ιουλίου), ενώ από καλλιέργειες που είναι εγκατεστημένες σε εύφορα αρδευόμενα χωράφια, μπορεί να γίνει άλλη μία συγκομιδή το Σεπτέμβριο. Η απόδοση σε νωπή χορτομάζα φθάνει ή και ξεπερνάει τα 1000 κιλά/στρ. στην πρώτη συγκομιδή. Η δεύτερη συγκομιδή είναι ίσης ή μικρότερης απόδοσης.
  • Η απόδοση σε αιθέριο έλαιο από τις δύο συγκομιδές μπορεί να φθάσει τα 8 λίτρα ανά στρέμμα και εξαρτάται κυρίως από την καλλιεργούμενη ποικιλία, το έδαφος, τις επικρατούσες κλιματικές συνθήκες και τις καλλιεργητικές πρακτικές.
  • Διάφορα έντομα, αφίδες, νηματώδεις κ.ά. προσβάλλουν τη μέντα που αν εξαιρέσει κανείς τους νηματώδεις, δεν προξενούν μεγάλες ζημιές. Το μεγάλο πρόβλημα για τη μέντα είναι οι μυκητιάσεις. Οι φυτείες υποφέρουν συνήθως από βερτιτσιλλιώσεις (Verticillium sp) και σκωριάσεις (Puccinia mentha). Ένα μέτρο περιορισμού της εξάπλωσης των βερτιτσιλλιώσεων και των σκωριάσεων είναι το ξερίζωμα και κάψιμο των προσβεβλημένων φυτών στις βιολoγικές καλλιέργειες, αλλά και στις συμβατικές. Ανεξάρτητα του αν εμφανίσθηκαν στη φυτεία ασθένειες ή όχι, στο ίδιο έδαφος δεν πρέπει να καλλιεργηθεί μέντα, δυόσμος και άλλα συγγενή είδη του γένους mentha για 6 χρόνια.
  1. Βασιλικός
  • Η άριστη θερμοκρασία ανάπτυξης του βασιλικού είναι 23-25 οC. Ανέχεται πολύ υψηλές θερμοκρασίες εφόσον η ρίζα του είναι υγιής και έχει στη διάθεσή της επαρκή εδαφική υγρασία. Σε θερμοκρασίες κάτω από 7 οC, ιδιαίτερα σε προχωρημένο στάδιο, παθαίνει "σοκ".
  • Ο βασιλικός είναι πολύ απαιτητικός σε νερό. Έτσι, η καλλιέργειά του απαιτεί πολλές και συχνές αρδεύσεις. Το νερό πρέπει να φθάνει στο έδαφος χωρίς να βρέχονται τα φύλλα και τέτοιοι τρόποι άρδευσης είναι: με αυλάκια ή στάγδην άρδευση. Σε θερμό καιρό η καλλιέργεια πρέπει να ποτίζεται μέρα παρά μέρα.
  • Ο βασιλικός καλλιεργείται για όλο το υπέργειο μέρος του το οποίο είτε χρησιμοποιείται ως αρτυματικό φυτό, ή ως πρώτη ύλη για την εξαγωγή του αιθερίου ελαίου. Στην πρώτη περίπτωση συγκομίζεται πριν ανθίσει και στη δεύτερη σε πλήρη άνθιση. Ο βασιλικός έχει μεγάλη και γρήγορη αναβλαστική ικανότητα. Όταν συγκομίζονται ολόκληρα τα φυτά σε πλήρη άνθιση, γίνονται μέχρι 3 συγκομιδές, πριν ανθίσουν τα φυτά, μέχρι 6. Όταν  συγκομίζονται μόνον οι ταξιανθίες επιτυγχάνεται περισσότερη ποσότητα αιθερίου ελαίου, απαιτούνται όμως και περισσότερα ημερομίσθια συλλογής.
  • Ο θερισμένος βασιλικός, που προορίζεται είτε για ξηρή δρόγη είτε για αιθέριο έλαιο, πρέπει να ξηραίνεται σε θερμοκρασία κάτω των 40 οC, αφενός για την καλύτερη διατήρηση του χρώματος της ξηρής δρόγης και αφετέρου για καλύτερη ποιότητα και απόδοση αιθερίου ελαίου. Πολλές φορές όμως για ευκολία ξήρανσης ο θερισμένος βασιλικός αφήνεται για μία μέρα στο χωράφι για να χάσει κάποια υγρασία και μετά μεταφέρεται για ξήρανση σε ειδικά ξηραντήρια.
  • Η απόδοση του πλατύφυλλου βασιλικού σε χλωρή μάζα ολόκληρου φυτού σε γόνιμα χωράφια μπορεί να φθάσει και τους δύο τόνους ανά συγκομιδή. Μετά την ξήρανση μένει περίπου το 20%.
10. Λεβάντα
  • Το κλίμα, το έδαφος, το υψόμετρο ακόμη και η έκθεση της καλλιέργειας, βορινή-νότια ή δυτική-ανατολική, παίζουν ρόλο στην ανάπτυξη των φυτών και στην περιεκτικότητα και τη σύνθεση του αιθερίου ελαίου. Έτσι η ίδια ποικιλία ή και ο ίδιος χημειότυπος, είναι δυνατό να δίνουν αιθέριο έλαιο διαφορετικής σύστασης, ανάλογα με την τοποθεσία όπου καλλιεργείται.
  • Η λεβάντα ευδοκιμεί σε μικροκλίματα όπου επικρατούν αρκετά χαμηλές θερμοκρασίες το χειμώνα, αλλά δε συμβαίνουν συχνοί ανοιξιάτικοι παγετοί και ούτε επικρατούν υψηλές θερμοκρασίες. το καλοκαίρι. Τέτοια μικροκλίματα βρίσκονται σε υπήνεμες τοποθεσίες με υψόμετρο 600-1200 μ. με κάποια κλίση (2-10%). H L. angustifolia προτιμά υψόμετρο 600-1200 μ. και η L. hybrida υψόμετρο 400-700, ενώ η L. latifolia αναπτύσσεται πολύ καλά σε πεδινά εδάφη και μέχρι 600 μέτρα υψόμετρο. Από όλες τις λεβάντες το μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η γνήσια λεβάντα
  • Μπορεί να καλλιεργηθεί σε ξηρικά χωράφια μόνο σε κλίματα όπου δέχονται δυο-τρεις καλές ανοιξιάτικες και μια-δύο καλοκαιρινές βροχές. Σε όλα τα είδη της λεβάντας το συγκομιζόμενο τμήμα του φυτού είναι τα ανθοφόρα στελέχη τα οποία χρησιμοποιούνται και για την εξαγωγή του αιθερίου ελαίου. Το κόψιμο γίνεται με δρεπάνια με κοινές χορτοκοπτικές μηχανές ή με ειδικές μηχανές συγκομιδής λεβάντας. Η συγκομιδή με όποιο τρόπο και να γίνεται πρέπει να ξεκινά αργά το πρωί αφού "σηκωθεί" η πρωινή δροσιά. Όταν η απόσταξη γίνεται σε μεγάλο υψόμετρο, επειδή γίνεται κάτω από τους 100 oC, η σύσταση στα επιθυμητά συστατικά του αιθερίου ελαίου είναι η καλύτερη.
  • Η καλλιέργεια φθάνει σε κανονική απόδοση στο 3ο-4ο έτος της ηλικίας της που μπορεί να διαρκέσει άλλα 6-7 ή και περισσότερα χρόνια. Η απόδοση σε ανθοφόρα στελέχη εξαρτάται κυρίως από το καλλιεργούμενο είδος λεβάντας. Ένα στρέμμα γνήσιας λεβάντας (Lanandula angustifolia) παράγει μέχρι 100 κιλά το 1ο, 200-250 κιλά το 2ο, 300-350  κιλά το 3ο, και 400 - 500 κιλά νωπών ανθοφόρων στελεχών κατά το 4ο έτος ανάλογα με τις καλλιεργητικές φροντίδες, το χωράφι, και την ποικιλία της λεβάντας. Τα υβρίδια αποδίδουν περισσότερο προϊόν, νωπό και αιθέριο έλαιο χαμηλότερης όμως ποιότητας.
11. Μάραθος
  • Η άριστη θερμοκρασία ανάπτυξης του μάραθου είναι 18-25 oC, με όρια ανάπτυξης 4 -35 oC και όρια αντοχής 0-40 oC. Αποδίδει καλά σε εδάφη μέσης σύστασης, πλούσια σε οργανική ουσία, καλά στραγγιζόμενα, με καλό πορώδες μέχρι βάθους 50 εκ., με ενεργό ασβέστιο<10% και τιμή pH 6-7.
  • Οι μέχρι τώρα καλλιεργούμενες ποικιλίες δεν αντιδρούν πάντα θετικά στην ανόργανο λίπανση αζώτου. Όσον αφορά το φώσφορο και το κάλιο, οι απαιτήσεις του είναι μέτριες και οι ποσότητες που υπάρχουν σε ένα καλό γεωργικό έδαφος είναι επαρκείς. Η βιολογική καλλιέργεια του μάραθου αποδίδει μάλλον καλύτερα από τη συμβατική.
  • Η απόδοση των 200 κιλών/στρέμ. θεωρείται πολύ καλή
  • Η ανόργανη λίπανση στις συμβατικές καλλιέργειες πρέπει να γίνεται βάσει εδαφολογικής ανάλυσης και σε ένα έδαφος μέσης σύστασης, δεν πρέπει να ξεπερνά τις 10 μονάδες Αζώτου σε αμμωνιακή μορφή, 7 μονάδες Φωσφόρου και 12 μονάδες Καλίου ανά στρέμμα σε βασική εφαρμογή. Το νιτρικό άζωτο με επιφανειακές εφαρμογές πρέπει να αποφεύγεται.
  • Aν και οι απαιτήσεις σε νερό είναι μέτριες συμφέρει να καλλιεργείται σε αρδευόμενα χωράφια, γιατί σε άνομβρες χρονιές η απόδοση δεν ξεπερνά τα 50 κιλά/στρ., ενώ στα αρδευόμενα μπορεί να φθάσει μέχρι 200 κιλά/ στρ.
12. Μελισσόχορτο
  • Ευδοκιμεί σε ημιορεινές και πεδινές δροσερές περιοχές, σε πλούσια εδάφη, ποτιστικά, καλώς στραγγιζόμενα. To χειμώνα, το υπέργειο τμήμα με τις πρώτες πάχνες καταστρέφεται και διαχειμάζει μόνο το πλούσιο και σχετικά αβαθές ριζικό του σύστημα. Απαιτεί pH εδάφους μεταξύ 6 και 7. Αυτή η τιμή του pH βοηθάει την πρόσληψη του φωσφόρου από το έδαφος.
  • Η καλλιέργεια του μελισσόχορτου έχει ανάγκη κυρίως από ικανή λίπανση αζώτου και μετά ακολουθεί ο φώσφορος και το κάλιο. Η σχέση των στοιχείων των μονάδων λίπανσης του Ν, P και Κ, είναι 2:1,5:1. Όταν το Ν είναι σε μεγαλύτερη αναλογία σε σχέση με τα άλλα θρεπτικά στοιχεία, παρουσιάζονται τροφοπενίες φωσφόρου και ιχνοστοιχείων Fe, Cu και Zn. Οι απαιτούμενες μονάδες λίπανσης Ν σε ένα μέτριο χωράφι είναι κατά μέσο όρο 15 μονάδες. Η μισή ποσότητα προστίθεται το χειμώνα, σε βασική μορφή (οργανικό Ν, ή αμμωνιακή μορφή) μαζί με το φωσφόρο και το κάλιο και η υπόλοιπη σε δύο επιφανειακές δόσεις (συνήθως νιτρική αμμωνία).
13. Ύσσωπος
  • Ευδοκιμεί σε θερμά και ψυχρά κλίματα καθόσον αντέχει στις υψηλές θερμοκρασίες του καλοκαιριού αλλά και στις χαμηλές θερμοκρασίες του χειμώνα. Αναπτύσσεται πολύ καλά σε πεδινά εδάφη αλλά και σε υψόμετρα μέχρι 400 μέτρων. Προτιμά συνθήκες πλήρους ηλιοφάνειας και εδάφη που έχουν καλή στράγγιση με pH 6,7. Ακατάλληλα εδάφη θεωρούνται μόνον τα πολύ βαριά. Ο ύσσωπος έχει μέτριες απαιτήσεις σε άζωτο, φώσφορο και κάλιο. Μπορεί να καλλιεργηθεί σε ποτιστικά αλλά και ξηρικά χωράφια που έχουν τουλάχιστον 550 χιλ. βροχής με καλή κατανομή (το 30 % την άνοιξη και το 20% το καλοκαίρι).
  • Πολλαπλασιάζεται με σπόρο, παραφυάδες και μοσχεύματα. Η πιο ενδεδειγμένη μέθοδος πολλαπλασιασμού για τον ύσσωπο είναι με χρήση σπόρου
14. Μαντζουράνα
  • Η μαντζουράνα έχει πιο πλαστικό γενετικό χαρακτήρα από τη ρίγανη. Υπάρχουν ποικιλίες που είναι περισσότερο και άλλες λιγότερο θερμοαπαιτητικές από τη ρίγανη. Φυτά ματζουράνας σε γραμμές παρατηρήσεων στο Κ. Γ. E. Μ. Θ., προερχόμενα από διάφορους κήπους της Στερεάς Ελλάδας και Μακεδονίας, δεν έχασαν το φύλλωμά τους το χειμώνα (2004-2005), σε αντίθεση με τη ρίγανη, όπου όλοι οι γενότυποι της συλλογής απώλεσαν το υπέργειο τμήμα τους από τις παγωνιές. Η ματζουράνα απαιτεί γονιμότερα εδάφη από τη ρίγανη και είναι πιο απαιτητική σε νερό.
  • Ο τρόπος πολλαπλασιασμού και η εποχή εγκατάστασης της καλλιέργειας ματζουράνας είναι ίδιος με τη ρίγανη
15. Βαλσαμόχορτο
  • Ως αυτοφυές προτιμά ηλιόλουστες θέσεις και εδάφη που σχηματίσθηκαν από ασβεστολιθικά πετρώματα που έχουν pH μέχρι 8. Οι καλλιέργειες αποδίδουν καλά και σε ελαφρώς όξινα εδάφη μέχρι pH 6, αρκεί να στραγγίζουν καλά. Δεν έχει ιδιαίτερες απαιτήσεις σε θρεπτικά στοιχεία και νερό.
  • Το βαλσαμόχορτο πολλαπλασιάζεται με σπόρο. Η εγκατάσταση της καλλιέργειας γίνεται νωρίς την άνοιξη όταν η μέση θερμοκρασία του εδάφους είναι 10 οC, ανεξάρτητα εάν υπάρχει ακόμη πιθανότητα παγετού ή όχι.
  • Το φυτό καλλιεργείται για τη δρόγη του που αποτελείται από τις αποξηραμένες ανθοφόρες κορυφές και τα φύλλα του φυτού. Η καλλιέργεια φθάνει σε πλήρη απόδοση το δεύτερο έτος. Η συλλογή του υπεργείου τμήματος των φυτών γίνεται στο στάδιο ανθοφορίας και ακολουθεί η ξήρανση σε ξηραντήρια με ελεγχόμενες συνθήκες και συσκευάζονται σε μορφή αποξηραμένης δρόγης. Η απόδοση σε ξηρή δρόγη σε ξηρικές καλλιέργειες μπορεί να φθάσει τα 120 κιλά/στρέμμα.
  • Χρησιμοποιείται ως πρώτη ύλη σε φαρμακευτικές βιομηχανίες. Οι εξωτερικές χρήσεις σε εκχυλίσματα λαδιού για την επούλωση πληγών στη λαϊκή ιατρική είναι ελεύθερες, τα αφεψήματά του (τα τσάγια του) όμως για τις ήπιες αντικαταθλιπτικές του ιδιότητες πρέπει να γίνονται με μέτρο γιατί υπάρχουν από ερευνητές κάποιες υποψίες ότι επηρεάζει αρνητικά το ανοσοποιητικό σύστημα.
16. Γλυκύρριζα
  • Πολλαπλασιάζεται με σπόρο, ριζώματα και παραφυάδες. Τα σπορόφυτα ετοιμάζονται Φεβρουάριο -Μάρτιο σε θερμοκήπιο και κατόπιν όταν τα φυτά είναι έτοιμα μεταφυτεύονται στο χωράφι. H μεταφύτευση να γίνεται καλύτερα μέχρι το τελευταίο δεκαήμερο του Απριλίου και όχι αργότερα από τις 20 Μαΐου.
  • Από άποψη εδάφους όλα τα είδη ευδοκιμούν σε χαλαρά αμμουδερά και υγρά εδάφη, πλούσια σε θρεπτικά στοιχεία και οργανική ουσία. Η γλυκύρριζα απαιτεί αραιά αλλά πολύ καλά ποτίσματα (50-70 χιλιοστά τη φορά).
  • Η συγκομιδή των ριζών γίνεται το φθινόπωρο, το τρίτο ή το τέταρτο έτος της φυτείας. Συγκομίζονται όλα τα υπόγεια μέρη του φυτού, σκάβοντας σε βάθος 60-90 εκ. γύρω από το φυτό. Οι περισσότερες ρίζες και ριζώματα βρίσκονται μέχρι το βάθος των 60 εκ. Τα επιφανειακά ριζώματα είναι καλύτερης ποιότητας Η συγκομιδή μπορεί να συνεχισθεί έως το τέλος Μαρτίου πριν βγουν οι νέοι βλαστοί, διότι μέχρι τότε οι ρίζες έχουν καλή ποιότητα επειδή είναι χυμώδεις.
  • Η απόδοση είναι μέχρι 2 έως 2,5 τόνους στο στρέμμα. Οι ρίζες πλένονται, καθαρίζονται, ξηραίνονται, τεμαχίζονται σε μικρά τμήματα και συσκευάζονται για να πωληθούν αργότερα ως έχουν, ή μεταφέρονται σε εργοστάσια για την κατεργασία τους σε διάφορα προϊόντα που παραλαμβάνονται από το χυμό των ριζών
17. Σινάπια
  • Τα σινάπια είναι φυτά με σύντομο βιολογικό κύκλο γι' αυτό  και ευδοκιμούν σε όλα τα κλίματα που έχουν τουλάχιστον δύο μήνες με μέσες θερμοκρασίες ημέρας πάνω από 14ο C. Στο νεανικό στάδιο της ροζέτας αντέχουν στις πάχνες των πρώτων μηνών της Άνοιξης. Έτσι μπορεί να καλλιεργηθούν και στα βορειότερα μέρη της Ευρώπης ή άλλων Ηπείρων και σε πολλά είδη εδαφών, με pH ουδέτερο. Τα σινάπια δεν είναι απαιτητικά φυτά σε θρεπτικά στοιχεία αλλά φυσικά η απόδοσή τους είναι ανάλογη με τη γονιμότητα του εδάφους καθόσον μπορούν και εκμεταλλεύονται και πλούσιες εισροές νερού και θρεπτικών συστατικών. Όταν σπαρθούν πρώϊμα (τέλος χειμώνα) μπορούν να δώσουν καλή παραγωγή χωρίς καθόλου άρδευση
  • Το σινάπια πολλαπλασιάζονται πολύ εύκολα με σπόρο. Ο σπόρος τους κρατά τη βλαστική του ικανότητα τουλάχιστον για 10 χρόνια και φυτρώνει σε πολύ σύντομο χρόνο. Σε μέση θερμοκρασία 18ο C φυτρώνει σε τρεις ημέρες.
18. Καλέντουλα
  • Καλλιεργείται σε όλα τα κλίματα, ως ετήσιο φυτό, κατά τη διάρκεια της θερμής περιόδου κάθε περιοχής. Ευδοκιμεί και αναπτύσσεται άριστα σε θερμοκρασίες πάνω από 18ο C, αλλά αντέχει και στις υψηλές θερμοκρασίες καύσωνος του καλοκαιριού, όταν το έδαφος έχει επαρκή υγρασία. Αποδίδει καλύτερα σε πλήρη ηλιοφάνεια. Άριστο pH εδάφους είναι οι τιμές 6,0-7,0. Το φυτό δεν έχει μεγάλες απαιτήσεις στη λίπανση, αντιδρά θετικά σε μικρές ποσότητες οργανικής λίπανσης, αλλά και ανόργανης και προτιμά αμμοπηλώδη εδάφη καλά στραγγιζόμενα. Η καλλιέργεια της καλέντουλας απαιτεί κανονικές αρδεύσεις και μπορεί να αξιοποιήσει και τα πιο άγονα χωράφια, με προσθήκη ενός έως δύο τον. χωνεμένης κοπριάς ανά στρέμμα. Καθόσον οι συνολικές απαιτήσεις της καλέντουλας σε λιπαντικά στοιχεία ανά στρέμμα είναι 4-8 μονάδες Ν, 2,5-5 μονάδες P2O5 και 3,55-7 μονάδες K2 O.
  • Η καλεντούλα πολλαπλασιάζεται με σπόρο. Ο σπόρος είναι αρκετά μεγάλος, περίπου 50-60 σπόροι ανά γρ.
19. Εχινάτσεα
  • Η E. angustifolia μπορεί να καλλιεργηθεί σε χώρες με εύκρατο και ηπειρωτικό κλίμα, αφού απαντάται αυτοφυής και στον Καναδά, ενώ η Ε. purpurea κυρίως σε χώρες που έχουν εύκρατα κλίμα. Προτιμούν ηλιόλουστες περιοχές με εδάφη πετρώδη, ελαφρά καλώς στραγγιζόμενα και pH ουδέτερο. Έχουν μέτριες απαιτήσεις σε θρεπτικά συστατικά ενώ χαρακτηρίζονται ως μάλλον απαιτητικά φυτά σε νερό.
  • Τρόπος πολλαπλασιασμού και εποχή εγκατάστασης της καλλιέργειας
  • Πολλαπλασιάζεται με σπόρο. Οι σπόροι μετά την συγκομιδή τους βρίσκονται σε λήθαργο. Για να φυτρώσουν την επόμενη άνοιξη πρέπει να τοποθετηθούν κατά τη διάρκεια του χειμώνα σε υγρή στρωμάτωση σε αδρανές υλικό (άμμο ή διογκωμένο περλίτη) από 2 3 βδομάδες για την E. purpurea έως και 2 μήνες για την E. angustifolia.
20. Τανάτσετο
  • Είναι φυτό που στις χαμηλές θερμοκρασίες του χειμώνα δεν παρουσιάζει απώλειες, ούτε στο ριζικό του σύστημα, αλλά ούτε και στο υπέργειο τμήμα του. Από πλευράς εδάφους προτιμά πλούσια χουμώδη, στραγγερά χωράφια με τιμές pH 6-7. Όταν καλλιεργείται σε τέτοια χωράφια δεν χρειάζεται πρόσθετες λιπάνσεις. Είναι φυτό που εκμεταλλεύεται καλά την υγρασία του εδάφους του χειμώνα και έτσι αμέσως με τις πρώτες ζέστες της άνοιξης αναπτύσσεται γρήγορα χωρίς αρδεύσεις, αργότερα όμως χρειάζεται ποτίσματα μέχρι το τέλος του καλοκαιριού. Μπορεί να καλλιεργηθεί στην Ελλάδα, αλλά μόνο σε αρδευόμενα χωράφια κατά προτίμηση με στάγδην άρδευση.
  • Το τανάτσετο πολλαπλασιάζεται με σπόρο. Ο σπόρος του είναι μικρός (7-8000 σπόροι/γρ) και δεν ενδείκνυται για απευθείας σπορά. Η σπορά σε σπορείο μπορεί να γίνει από τα μέσα του χειμώνα σε θερμοκήπιο για να είναι τα φυτάρια έτοιμα για μεταφύτευση στο χωράφι νωρίς την άνοιξη έως το τέλος Απριλίου, όταν η μέση θερμοκρασία εδάφους είναι 10-12ο C. Για κάθε στρέμμα που θα καλλιεργηθεί με γυμνόρριζα σπορόφυτα
21. Μπελαντόνα
  • Ευδοκιμεί σε ημιορεινές και πεδινές δροσερές περιοχές και σε εδάφη μέσης σύστασης, καλώς στραγγιζόμενα, σε εύκρατα και ηπειρωτικά κλίματα. To χειμώνα, με τις πρώτες παγωνιές, ο βλαστός καταστρέφεται, ενώ το ριζικό του σύστημα επιζεί και ξαναδίνει βλαστούς την επόμενη άνοιξη. Η καλλιέργεια της Μπελαντόνα έχει ανάγκη από μέτρια λίπανση αζώτου φωσφόρου και καλίου. Η σχέση των στοιχείων των μονάδων λίπανσης του Ν, P και Κ, πρέπει να είναι 1,5:1:1. Οι απαιτούμενες μονάδες λίπανσης Ν, σε ένα χωράφι μέτριας γονιμότητας, είναι 10 μονάδες κατά μέσο όρο. Η μισή πρέπει να εφαρμόζεται σε βασική μορφή (οργανικό Ν, ή αμμωνιακή μορφή), μαζί με τον φωσφόρο και το κάλιο, κατά το χειμώνα και η υπόλοιπη σε δύο επιφανειακές δόσεις (νιτρική αμμωνία) την άνοιξη. Ειδικότερα, η πρώτη το τρίτο δεκαήμερο του Απριλίου και η δεύτερη μετά 2 εβδομάδες.
  •  Οι τυχόν αρδεύσεις μετά την εφαρμογή των επιφανειακών λιπασμάτων πρέπει να είναι ελαφρές, για να μη χάνεται η νιτρική μορφή του Ν προς βαθύτερα στρώματα. Στις βιολογικές καλλιέργειες μπορούν να προστεθούν μέχρι 2 τον. χωνεμένης κοπριάς, οπότε δε χρειάζονται άλλες λιπάνσεις. Η φυτεία της Μπελαντόνα χωρίς άρδευση σε περιόδους ξηρασίας σταματά την ανάπτυξη και έτσι περιορίζεται η απόδοση σε φύλλα και ρίζα για τα οποία καλλιεργείται.
                 ΠΗΓΗ : http://www.kozani.gr/gea/aromatika.html                                                       

Αρωματικός Βραχόκηπος

Φυτα κατάλληλα για Αρωματικό Βραχόκηπο
Δενδρολίβανο - Rosmarinus officinalis

Θυμάρι - Thymus vulgaris
Λεβάντα - Lavandula angustifolia
Λεβαντίνη - Santolina chamaecypariccus

Mαντζουράνα - Origanum majorana
Μέλισσα - Melissa officinalis
Μέντα - Mentha piperata
 Ριγανη - Origanum vulgare
Φασκόμηλο - Salvia officinalis

ΠΗΓΗ: Βραχόκηπος η πέτρα στον κήπο (Ε. Νυδριώτη - Π. Λαμπρόπουλος)

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2011

Ένα φανταστικό προϊόν... Ξεχνάς να ποτίσεις τις γλάστρες ή το χωράφι σου...

Το Καλλύδωρ (Stockosorb) είναι το μοναδικό, οικολογικό πολυμερές απορρόφησης και συγκράτησης υγρασίας. Χρησιμοποιείται σε κάθε είδους φυτό, εσωτερικού ή εξωτερικού χώρου, σε κάθε είδους καλλιέργεια, ιδιωτική ή επαγγελματική αλλά και σε έργα πρασίνου όπως κατασκευή πάρκων, δενδροφυτεύσεις και αναδασώσεις. Ακόμη, είναι κατάλληλο ιδιαίτερα για δενδροκαλλιέργειες αλλά και πράσινες ταράτσες εξαιτίας της συγκράτησης υγρασίας που κάνει. Δεν περιέχει πολυ-ακριλαμίδη γεγονός που το κάνει απόλυτα κατάλληλο για βιολογικές καλλιέργεις, καθώς δεν προκαλλέι καρκινογενέσεις και άρα δεν είναι φάρμακο. Ο χρόνος ζωής του είναι 5 με 7 χρόνια από τη στιγμή που θα τοποθετηθεί στο φυτό. Λόγω του ότι προσφέρει την υγρασία που είναι απαραίτητη στον κατάλληλο χρόνο, δίνει 40% επιπλέον ανάπτυξη και καρποφορία με 70% λιγότερο πότισμα. Διογκώνεται μέχρι και 300 φορές στο βάρος του απορροφώντας νερό και σε καμία περίπτωση δεν τοποθετείται στην επιφάνεια του χώματος καθώς διαλύεται άμεσα από τον ήλιο εφόσον δεν περιέχει κάποιο χημικό στοιχείο που μπορεί να το προφυλάξει από το φως.
 Νέα φύτευση - Μεταφύτευση
Ανοίγουμε το λάκο ή τοποθετούμε λίγο χώμα στη γλάστρα όπου θα φυτεύσουμε. Ρίχνουμε τη μισή από την ποσότητα Καλλύδωρ που χρειαζόμαστε και ανακατεύουμε με λίγο χώμα. Βάζουμε το φυτό μας και διασπέρνουμε την υπόλοιπη ποσότητα Καλλύδωρ στις ρίζες του φυτού. Καλύπτουμε με το υπόλοιπο χώμα και κάνουμε ένα πότισμα. Επαναλαμβάνουμε το πότισμα μετά από δύο ώρες. Για 15 μέρες ποτίζουμε κανονικά, ανάλογα με το φυτό. Μετά τις 15 μέρες, ποτίζουμε μία φορά το μήνα κανονική ποσότητα νερού.
Σε ήδη φυτεμένα φυτά
Σκάβουμε γύρω από το φυτό μας ή κάνουμε 4 – 5 τρύπες με ένα καλέμι μέχρι να φτάσουμε στη μέση από τις ρίζες. Μοιράζουμε την ποσότητα Καλλύδωρ που αναλογεί στο φυτό μας γύρω από το φυτό ή μέσα στις τρύπες. Καλύπτουμε με το χώμα που έχουμε αφαιρέσει και κάνουμε ένα καλό πότισμα το οποίο επαναλαμβάνουμε μετά από δύο ώρες. Για τις επόμενες 30 μέρες ποτίζουμε κανονικά καθώς με αυτή τη μέθοδο τοποθέτησης έχουμε πληγώσει το ριζικό σύστημα του φυτού μας και πρέπει να δώσουμε χρόνο να αναπτυχθεί και πάλι ώστε να προσαρμοστεί με το Καλλύδωρ. Μετά το πέρας του μήνα ποτίζουμε μία φορά το μήνα κανονική ποσότητα νερού.
Γρασίδι
Η τοποθέτηση του Καλλύδωρ σε γρασίδι μπορεί να γίνει μόνο κατά τη σπορά και όχι σε ήδη φυτεμένο. Ρίχνουμε το Καλλύδωρ ένα επίπεδο πριν να σπείρουμε. Δηλαδή, διασπείρουμε την ποσότητα σε όλη την επιφάνεια, ρίχνουμε χώμα καλύπτοντας το υλικό και μετά σπέρνουμε κανονικά το σπόρο του γρασιδιού. Ποτίζουμε καταβρέχοντας κανονικά για ένα μήνα. Μέχρι δηλαδή να έχει αναπτυχθεί το ριζικό σύστημα και έτσι να έχει ενσωματωθεί το Καλλύδωρ. Στη συνέχεια ποτίζουμε μία φορά στις 25 μέρες και όχι στο μήνα λόγω της μεγάλης ευαισθησίας του συγκεκριμένου φυτού και της μεγάλης του ανάγκης σε νερό.
Σημαντική Παρατήρηση: Σε περίπτωση που χρησιμοποιήσετε το υλικό για τη φύτευση ενός μονοετούς φυτού (π.χ. κηπευτικά) στο τέλος της σεζόν μπορείτε στο ίδιο σημείο να ξανατοποθετήσετε νέο φυτό χωρίς να προσθέσετε Καλλύδωρ. Απλώς, βγάζετε το ξεραμένο φυτό, καθαρίζετε το χώμα από τις ρίζες του με προσοχή καθώς εκεί βρίσκεται το υλικό, ώστε να πέσει μέσα στο σημείο όπου θα φυτεύσουμε. Η περιοχή είναι έτοιμη να ξαναφυτεύσουμε οτιδήποτε θέλουμε. Σε περίπτωση που φυτεύουμε κάτι που έχει μεγαλύτερη ανάγκη σε νερό, συμβουλευόμαστε τη δοσολογία που περιέχει η συσκευασία του Καλλύδωρ και προσθέουμε ανάλογα.
Κάθε φυτό και καλλιέργεια έχει ανάγκη συγκεκριμένη ποσότητα Καλλύδωρ. Η συσκευασία 100gr καλύπτει 10 κανονικές γλάστρες ή δέκα νέα κηπευτικά φυτά ή δύο νέα δέντρα ή 15 μικρές γλάστρες. Η συσκευασία των 500gr καλύπτει 50 κανονικές γλάστρες ή 50 νέα κηπευτικά φυτά ή 70 μικρές γλάστρες. Επίσης, το υλικό διατίθεται και σε κιλά ανάλογα με τις ανάγκες  και σε πιο συμφέρουσα τιμή. Για παράδειγμα, για γρασίδι χρειαζόμαστε 30gr ανά τετραγωνικό. Κάθε συσκευσία περιέχει αναλυτικές οδηγίες τοποθέτησης καθώς και ποσότητες αλλά και πληροφορίες για το προϊόν.
Το Καλλύδωρ είναι εγκεκριμένο από το χημειο του κράτους, τον Παγκόσμιο Οργανισμό Νερού, το ΕΘΙΑΓΕ αλλά και από εργαστήρια στην Γερμανία όπου και παράγεται από την εταιρεία EVONIK και εργαστήρια στις ΗΠΑ. Με κάθε διάθεση του υλικού παρέχονται και πιστοποιήσεις εφόσον ζητούνται.
Κοσμά Μαριάννα
Αντιπρόσωπος Θεσσαλίας για τη Hydro-Gel Hellas
2410410017
6981760157

Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2011

Η λίπανση των εδαφών και των καλλιεργειών στην αρχαία Ελλάδα

Γράφουν οι:
Δ. Στυλιανίδης1, Θ. Σωτηρόπουλος2
1Επ. Δ)ντής Ινστιτούτου Φυλλοβόλων Δένδρων, 2Ινστιτούτο Φυλλοβόλων Δένδρων (ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε.)


Εισαγωγή
Μία από τις σπουδαιότερες γεωργικές εργασίες, αναμφισβήτητα είναι η λίπανση των καλλιεργουμένων φυτών. Ο μεγάλος Ρώσος φυσιολόγος Τιμιριάζεφ έλεγε: 'Η τέχνη της γεωργίας επικεντρώνεται σε ένα σημείο. Στη θρέψη και τη λίπανση των φυτών'. Άνθρωποι και ζώα εξαρτώνται από τα φυτά για την τροφή τους και τα φυτά εξαρτώνται από τα θρεπτικά στοιχεία, τα στοιχεία της ζωής, για την ανάπτυξη και την απόδοσή τους.
Τα θρεπτικά αυτά στοιχεία, ούτε δημιουργούνται ούτε χάνονται, απλά αλλάζουν τη χημική τους μορφή και κυκλοφορούν από θέση σε θέση. Αυτή η αέναη κυκλοφορία των θρεπτικών στοιχείων (ανακύκληση) στη φύση αποτελεί το βασικό θεμέλιο της ζωής. Η ανακύκληση η οποία γίνεται στη φύση, είτε αυτόματα, είτε με παρεμβάσεις των ανθρώπων, διασφαλίζει σε μικρό ή μεγάλο βαθμό την αειφορία. Πολλές από τις επεμβάσεις των ανθρώπων στο χειρισμό εδάφους και φυτών αποσκοπούν σ΄ αυτή την ανακύκληση για τη διατήρηση της γονιμότητας των εδαφών. Η διατήρηση της γονιμότητας των εδαφών, κύριο μέλημα των εδαφολόγων, είναι μια ολόκληρη επιστήμη που βρίσκεται συνεχώς σε δυναμική κατάσταση.
Το έδαφος είναι πολύπλοκο τριφασικό σύστημα που αποτελείται από τη στερεή, υγρή και αέρια φάση. Η στερεή φάση περιλαμβάνει οργανικά και ανόργανα τεμαχίδια, που περιέχουν αποθέματα θρεπτικών στοιχείων σε οργανικές ή ανόργανες μορφές. Η ανοργανοποίηση οργανικών πηγών παρέχει θρεπτικά στοιχεία σε διαθέσιμες για τα φυτά μορφές. Και για να γίνει πιο αντιληπτό αυτό, εξηγούμε, ότι τα φυτά δεν προσλαμβάνουν οργανικά στοιχεία όπως πιστεύεται από πολλούς οι οποίοι υποστηρίζουν μόνο την οργανική λίπανση και αρνούνται την ανόργανη λίπανση. Τα φυτά προσλαμβάνουν τα θρεπτικά στοιχεία μόνο υπό ανόργανη μορφή, υπό μορφή ιόντων. Η υγρή φάση του εδάφους είναι υπεύθυνη για τη μεταφορά των θρεπτικών στοιχείων.
Η αποσύνθεση και ανοργανοποίηση των οργανικών ενώσεων και η διάλυση των ανόργανων ενώσεων τα μετατρέπουν σε διαλυτές μορφές που διατηρούνται στο διάλυμα του εδάφους. Η εδαφική υγρασία αποτελεί την προϋπόθεση για την πρόσληψη των θρεπτικών στοιχείων από τα φυτά και τη μεταφορά τους εντός αυτών.
Πολλές φορές δημιουργείται πρόβλημα στα φυτά τόσο από έλλειψη, όσο και από περίσσεια υγρασίας στο έδαφος. Τέλος, η αέρια φάση, δηλαδή ο αερισμός του εδάφους, η οποία βρίσκεται σε ισορροπία με την ατμόσφαιρα, επηρεάζει την ανάπτυξη των ριζών και την επιβίωση πολυάριθμων οργανισμών του εδάφους. Η έλλειψη αερισμού στο ριζικό σύστημα προκαλεί την γνωστή ασφυξία στα φυτά και ιδίως στα δένδρα. Αν δεν υπάρχει ο απαραίτητος αερισμός δυσχεραίνεται και η πρόσληψη των θρεπτικών στοιχείων.
    Όπως αναφέρθηκε στην αρχή, η λίπανση των εδαφών και των φυτών είναι η κορυφαία γεωργική εργασία. Σ' αυτήν εμπλέκονται δύο κυρίως ειδικότητες της Γεωπονικής Επιστήμης. Η εδαφολογία και η φυσιολογία της θρέψης των φυτών. Με τη λίπανση διασφαλίζεται ο εμπλουτισμός των εδαφών με τα απαραίτητα θρεπτικά στοιχεία και η τροφοδότηση των φυτών, για επίτευξη υψηλής παραγωγής, αλλά και παραγωγής με υψηλή θρεπτική και βιολογική αξία.
Η λίπανση στην αρχαία Ελλάδα
    Το θέμα της λίπανσης απασχόλησε τον ασχολούμενο με τη γεωργία άνθρωπο από των αρχαιοτάτων χρόνων, οπωσδήποτε πριν ακόμη και από την εποχή του Ομήρου. Ο άνθρωπος έγκαιρα κατάλαβε ότι η συνεχής καλλιέργεια φυτών, εξαντλεί τα εδάφη και τα καθιστά άγονα. Επειδή στην αρχαία Ελλάδα εφαρμοζόταν η μονοκαλλιέργεια, η εξάντληση των εδαφών και ιδίως ορισμένων θρεπτικών στοιχείων από αυτά, ήταν πιο γρήγορη από το αν εφαρμοζόταν η εναλλαγή καλλιεργειών, η γνωστή αμειψισπορά. Η αμειψισπορά εμφανίζεται κατά τη Ρωμαϊκή εποχή και αναφέρεται από τον μεν Βιργίλιο ως 'mutato sidere'  και από τον Πλίνιο ως 'Ordo'.
    Οι αρχαίοι Έλληνες συνέλαβαν πολύ νωρίς τη σημασία της κόπρου των ζώων για την αναβάθμιση των εδαφών και τον εφοδιασμό των φυτών με τα απαραίτητα θρεπτικά στοιχεία. Το κόπρισμα εθεωρείτο από τις σπουδαιότερες εργασίες του γεωργικού επαγγέλματος.
    Ο Λάκων με την αγγελία της ειρήνης, σκέπτεται αμέσως να μεταφέρει την κόπρον είς τους αγρούς του ('εγώ δε κοπραγωγήν γα πρώ ναί τώ σιώ': εγώ το πρωί μεταφέρω την κοπριά στο χωράφι, μα τους δύο θεούς).
    Ο Ξενοφών για το θέμα αυτό γράφει: ('ούδ ότι ηγνόησε τις ως αγαθόν έστι τη γή κόπρον μειγνύναι': ούτε ότι αγνόησε κάποιος πόσο καλό είναι για τη γη να αναμειγνύεται με κοπριά).
    Ο Πλίνιος αναφέρεται στην παράδοση των σταύλων του Αυγείου, οι οποίοι καθαρίστηκαν από τον Ηρακλή και θεωρεί το γεγονός αυτό ως κόπρισμα των αγρών και φυσικά την χρησιμοποίηση για πρώτη φορά της κόπρου ως λιπάσματος.
    Ο Θεόφραστος αναφέρεται στην επενέργεια της κόπρου επί της πρωϊμότητας των φυτών ('….και η κόπρος δε μεγάλα βοηθεί τω διαθερμαίνειν και συμπέττειν, προτρέχει γαρ τα κοπριζόμενα των ακόπρων και είκοσι ημέρας': και η κοπριά βοηθά σε μεγάλο βαθμό στο να θερμαίνει και να κάνει το έδαφος ελαφρότερο, γιατί τα εδάφη στα οποία προστίθεται κοπριά πρωιμίζουν την παραγωγή ακόμη και κατά είκοσι ημέρες σε σχέση με αυτά στα οποία δεν χρησιμοποιείται).
    Ο Θεόφραστος ταξινομεί ως εξής τα διάφορα είδη της κόπρου. Από τις ζωϊκές κόπρους πρώτη θεωρεί την υείαν (χοίρων), δεύτερη της αιγός, τρίτη του προβάτου, τέταρτη των βοειδών (το βόλιτον ή ο βόλιτος), πέμπτη των λοφούρων (λόφουρα είναι τα ζώα που έχουν φουντωτή ουρά όπως ο ίππος, ο όνος και ο ημίονος). Τέλος, η συρματίτις (η μεμιγμένη μετά συρμάτων, δηλαδή με σκουπίδια), εθεωρείτο η ασθενέστερη και ως εκ τούτου η χειρότερη.
Άλλοι δε συγγραφείς, όπως ο Varro και ο Columella δεν ακολουθούν την κατάταξη του Θεοφράστου. Ο Θεόφραστος πιστεύει ότι κάθε είδος κόπρου δεν είναι κατάλληλη για όλα τα είδη της γης και για όλες τις καλλιέργειες. Κόπρος δυνατή, (πλούσια σε άζωτο) δεν εθεωρείτο κατάλληλη για σιτηρά, γιατί προκαλούσε το πλάγιασμά των. Η κόπρος των χοίρων, κατά το Θεόφραστο, πιο δυνατή από όλες, είχε τη δύναμη να μεταβάλει τη φύση των προϊόντων. Έτσι καθιστούσε γλυκά τα ξινά ρόδια. Γενικά δε, η δριμυτάτη κόπρος 'ουδέ τοις δένδροις αρμόττει'.
Άλλα φυσικά λιπάσματα
    Εκτός από την κόπρο οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν και άλλα φυσικά λιπάσματα. Έτσι αναμίγνυαν την ιλύ με τέλματα και άγρια χόρτα που προέρχονταν από τα σκαλίσματα. Τα σκουπίδια και τα απορρίματα των βυρσοδεψείων χρησιμοποιούνταν ιδίως για τα καρποφόρα δένδρα. Τα χλωρά λιπάσματα, ήτοι χόρτα των αγρών τα οποία θάβονταν με τα εαρινά κυρίως οργώματα. Πρέπει να σημειωθεί ότι προς διαφύλαξη της γονιμότητας των καλλιεργούμενων εδαφών και εξασφάλιση μιας κάποιας αειφορίας, οι αρχαίοι Έλληνες απαγόρευαν τη βόσκηση ζώων εντός των καλλιεργούμενων εκτάσεων. Η απαγόρευση ίσχυε ακόμη και για τα χωράφια που βρίσκονταν σε αγρανάπαυση.
    Στη Μακεδονία και στη Θεσσαλία, έσπερναν το φθινόπωρο κουκκιά, ίσως και άλλα ψυχανθή, τα οποία παράχωναν με το όργωμα όταν αυτά βρίσκονταν στην άνθηση ('…ο δε κύαμος ώσπερ ελέχθη και άλλως ού βαρύ και έτι κοπρίζειν δοκεί την γήν δια μανότητα και ευσηψίαν, διό και οι περί Μακεδονίαν και Θετταλίαν όταν ανθώσιν ανατρέπουσι τας αρούρας': τα κουκκιά όπως ακριβώς ειπώθηκε και διαφορετικά φαίνεται ότι λιπαίνουν το έδαφος χωρίς να το επιβαρύνουν λόγω του ότι το κάνουν χαλαρότερο και γιατί σαπίζουν εύκολα, γι΄αυτό και αυτοί που κατοικούν γύρω από τη Μακεδονία  και τη Θεσσαλία, όταν ανθίζουν τα κουκιά οργώνουν τα χωράφια). Γνωστή είναι εξάλλου η λαϊκή παροιμία κατά την οποία το έδαφος προτρέπει το αφεντικό του να το λιπάνει με τη φράση: 'ή κούπρισέ με ή κούκκισέ με'. Τέλος, ως χλωρά λίπανση θεωρούνταν και τα πίπτοντα φύλλα των φυλλοβόλων δένδρων.
Αγρανάπαυση
    Η λίπανση δια της αγραναπαύσεως (νεός ή νειός δηλαδή νέα γή). Κατά την αρχαιότητα, ενώ όπως προαναφέρθηκε δεν εφαρμοζόταν η αμειψισπορά (εναλλαγή καλλιεργειών), εφαρμοζόταν με μεγάλη συχνότητα η αγρανάπαυση. Παρατηρήθηκε, ότι ύστερα από μακρά περίοδο καλλιέργειας, η παραγωγή ενός αγρού που σπερνόταν κάθε χρόνο, γινόταν επί μάλλον και μάλλον μικρότερη. Το έδαφος εγήρασκε όπως και οι άνθρωποι και το εγκατέλειπαν για να πάνε λίγο μακρύτερα και να καλλιεργήσουν άλλο έδαφος, το οποίο ήταν ακόμη παρθένο.
Ύστερα από παρέλευση πολλών ετών, οπότε ο πρώτος εγκαταλειφθείς αγρός ανελάμβανε και έπαιρνε την όψη παρθένου εδάφους, επανήρχοντο σ' αυτόν και εύρισκαν ότι μπορούσε να παράγει αρκετά καλή σοδειά. Βέβαια στα εδάφη αυτά το γήρας επανερχόταν ταχύτερα. Την μέθοδο της αγρανάπαυσης όπως είναι γνωστό έχει υιοθετήσει σήμερα και η Ευρωπαϊκή Ένωση και την ενθαρρύνει με τη χορήγηση ειδικών επιδοτήσεων.
Η καύση ξύλων και χόρτων.
 Όταν παρατηρούσαν ότι η γη αδυνάτιζε και δεν μπορούσε να παρέχει τροφή ακόμα και στα αγριόχορτα, τότε μεταχειρίζονταν ένα έσχατο μέσο. Συγκέντρωναν στο άγονο αυτό χωράφι ξηρά ξύλα, κλαδιά και άγρια χόρτα και τα έκαιγαν. Η στάχτη άφηνε στο έδαφος ανόργανα θρεπτικά στοιχεία και κυρίως κάλιο. Η μέθοδος όμως αυτή προκαλούσε καταστροφή της οργανικής ουσίας των εδαφών, η οποία στα περισσότερα των Ελληνικών εδαφών βρίσκεται σε χαμηλά έως πολύ χαμηλά επίπεδα.
Τα ορυκτά λιπάσματα
 Οι αρχαίοι Έλληνες, αν και γνώριζαν και τα ορυκτά λιπάσματα, τα χρησιμοποιούσαν πολύ λιγότερο. Πολλές φορές η απλή ανάμιξη γαιών καλυτερεύει το έδαφος. Ένα πολύ ελαφρό χαλαρό έδαφος μπορούσε να καταστεί συνεκτικότερο, ενώ ένα βαρύ αδιαπέρατο να καταστεί ελαφρότερο και περισσότερο διαπερατό. ('Μίσγειν δε και την γήν την εναντίαν οίον, τη βαρεία την κούφην και την κούφη την βαρείαν και την λεπτήν τη πιείρα ωσαύτως δε και την ερυθράν και την λευκήν και εί τις άλλη εναντιότης': αναμειγνύουν τους διαφόρους τύπους του εδάφους, όπως το ελαφρύ με το βαρύ και το βαρύ με το ελαφρύ και το άγονο με το γόνιμο, με τον ίδιο τρόπο και το ερυθρό με το λευκό και όποια άλλη διαφορετικότητα υπάρχει).
Ο Πλίνιος αναφέρει τη χρήση της λευκής αργίλλου, η οποία αναμφίβολα ισοδυναμεί με την αργιλλασβέστωση. Πιστεύεται ότι η Αθηναϊκή γιορτή των Σκιροφορείων σχετιζόταν με τη χρησιμοποίηση από τους Έλληνες γεωργούς της γύψου και της ασβέστου. Τα δύο αυτά ορυκτά χρησιμοποιούνται και σήμερα στη σύγχρονη γεωργία. Η γύψος χρησιμοποιείται στην εξυγίανση αλατούχων εδαφών, ενώ η άσβεστος στη διόρθωση της οξύτητας (pH) πολύ όξινων εδαφών.
Χρησιμοποιείται επίσης σε ασβεστόφιλα φυτά όπως είναι η μηδική. Το ασβέστιο δε υπό μορφή διαφόρων ανόργανων και οργανικών σκευασμάτων, χρησιμοποιείται ευρύτατα σήμερα κυρίως στη δενδροκομία, αλλά και στη λαχανοκομία, για την αντιμετώπιση πληθώρας φυσιολογικών ανωμαλιών οι οποίες σχετίζονται με έλλειψη ασβεστίου, ή με μη ισόρροπη σχέση αυτού με άλλα στοιχεία και κυρίως του αζώτου, του καλίου και του μαγνησίου. Η χρησιμοποίηση των σκευασμάτων αυτών γίνεται είτε με ψεκασμούς του φυλλώματος και των καρπών επί των δέντρων, είτε με την εμβάπτιση των καρπών μέσα σε διαλύματα των διαφόρων σκευασμάτων μετά τη συγκομιδή.
Τα χημικά λιπάσματα
 Η χρήση των χημικών λιπασμάτων εμφανίστηκε για πρώτη φορά με τη χρησιμοποίηση νίτρου στην Ερέτρεια και στην Αίγυπτο. Το νίτρο μάλιστα έφερε την ονομασία 'λίτρον'. Πότιζαν τις κράμβες με νιτρικά ύδατα για να τις κάνουν τρυφερώτερες. Αναφέρεται μάλιστα ότι η κράμβη η οποία καλλιεργείτο στην Ερέτρεια, την Κύμη και τη Ρόδο, έφερε το όνομα 'αλμυρίς'. Σε ποιά εποχή έγινε η χρήση αυτή του νίτρου, δεν το γνωρίζουμε.
Αρχή της λίπανσης εδάφους - φυτού
 Κατά την εφαρμογή των λιπασμάτων στο έδαφος υπάρχουν δύο βασικές αρχές λίπανσης: Η λίπανση των καλλιεργειών και η λίπανση του εδάφους. Η λίπανση των καλλιεργειών εφαρμόστηκε στα μέσα του 19ου αιώνα από τον Liebig. Κατά τον Liebig θα πρέπει να προσδιοριστούν οι ποσότητες των θρεπτικών που προσλαμβάνονται από τις καλλιέργειες και στη συνέχεια να λιπαίνουμε με τις ποσότητες αυτές. Σήμερα, όταν ο γεωργός εφαρμόζει θρεπτικά στοιχεία είτε σε οργανική είτε σε ανόργανη μορφή, είναι κατά πρώτο λόγο το έδαφος που λιπαίνεται και όχι το φυτό. Μόνο έμμεσα μέσω του εδάφους οι καλλιέργειες επωφελούνται από τις εισροές που έχουν εφαρμοστεί. Το έδαφος λειτουργεί ως ένα σύστημα μετατροπών που αποθηκεύει, μεταβάλλει, εναλλάσσει και μεταφέρει θρεπτικά στοιχεία.
 Οι αρχαίοι Έλληνες κατά την εφαρμογή των διαφόρων λιπάνσεων, απέβλεπαν κυρίως στη λίπανση του εδάφους (καύση ξύλων, αγρανάπαυση, χλωρά λίπανση, χρήση κοπριάς, εφαρμογή ορυκτών). Ωστόσο και τα φυτά δεν ήταν έξω από το ενδιαφέρον τους. Η μη εφαρμογή ισχυρής κοπριάς στα σιτηρά για την αποφυγή πλαγιάσματος, η επιλεκτική εφαρμογή των διαφόρου προελεύσεως κόπρων στα διάφορα φυτά, δείχνει τη φροντίδα τους για αναβάθμιση της ποιότητας των παραγόμενων προϊόντων. Π.χ. η πίστη του Θεόφραστου ότι η κόπρος των χοίρων κάνει τα ξινά ρόδια γλυκά και η χρήση νίτρου για να βελτιωθεί η υφή στις κράμβες, δείχνουν την προσπάθειά τους, παράλληλα με τη διατήρηση της γονιμότητας των εδαφών, να αναβαθμίσουν και την ποιότητα των προϊόντων.
Βιβλιογραφία
Λέτσας Α. 1957. Μυθολογία της γεωργίας .Τόμος ΙΙΙ. σελ. 291-297.
Παπασωτηρίου Δ. 1952. Η πρακτική Γεωπονία. Έκδοση Σ. Σπύρου. Σελίδες 689.
Στυλιανίδης Δ., Σιμώνης Α., Συργιαννίδης Γ. 2002, Θρέψη-λίπανση φυλλοβόλων οπωροφόρων δένδρων. Εκδόσεις Σταμούλη. Σελίδες 675.